FIGHT CLUB 3

Chuck Palahniuk

19.00 

Άμεση παραλαβή / Παράδoση 1 έως 3 ημέρες
Product ID: 14486 ISBN: 9789604367405

FIGHT CLUB 3

Αν αναζητήσει κανείς τους συγγραφείς και τα βιβλία που άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό τη σύγχρονη μυθοπλασία τα τελευταία τριάντα χρόνια, θα διαπιστώσει ότι παραδόξως οι υποψηφιότητες είναι ελάχιστες. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτού που ορίζεται ως «σοβαρή λογοτεχνία» συνήθως πάει πακέτο με το απαραίτητο συμπληρωματικό σχόλιο ότι το τάδε έργο «εξυμνεί τη ζωή». Συνήθως αυτό σημαίνει ότι υποστηρίζει περήφανα τον τρόπο ζωής και τις αξίες του (φθίνοντος) πληθυσμού που αφιερώνει χρόνο και συγκέντρωση για να διαβάσει «σοβαρή λογοτεχνία», δηλαδή της βιβλιοφάγας μερίδας της μπουρζουαζίας, είτε συντηρητικών είτε φιλελεύθερων τάσεων. Τέτοιοι άνθρωποι είναι αυτοί που συνήθως διαβάζουν μυθιστορήματα, τα εκδίδουν και γράφουν κριτικές για αυτά.

Η παρακμή του μυθιστορήματος ως κινητήριας πολιτιστικής δύναμης στα λαϊκά στρώματα είναι αδιαμφισβήτητη. Στην ταραχώδη αλλά κομφορμιστική εποχή μας, είναι ευκολότερο για τα επιχειρηματικά εμπορικά συμφέροντα να προωθούν ουτοπικά έργα μυθοπλασίας που ανήκουν σε συγκεκριμένα λογοτεχνικά είδη, ενώ οι συγγραφείς γράφουν έργα που εμπίπτουν στις κατηγορίες «τρόμου», «αστυνομικά και θρίλερ» ή «ρομαντικά αφηγήματα», τα οποία προορίζονται κυριολεκτικά για τους συγκεκριμένους χώρους των βιβλιοπωλείων που «σπρώχνουν» αυτά τα βιβλία στο κοινό. Κάτι άλλο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι οι τηλεοπτικές σειρές είναι πλέον de facto τα καινούρια μυθιστορήματα. Σήμερα, τα βιβλία αποτελούν κατά κύριο λόγο προτάσεις για μεταφορές επί της οθόνης και η μόνη εμπορική απήχηση που έχουν είναι ως παχιά φυλλάδια, τα οποία λειτουργούν ως προεπισκόπηση για τηλεοπτικές παραγωγές σε συνέχειες. Όμως, όπως σε όλα τα πράγματα στο νεοφιλελεύθερο δυτικό κόσμο, η υποβόσκουσα αλήθεια της κοινωνικοοικονομικής πλευράς προβάλλεται σπανιότατα: Αυτό που χαρακτηρίζεται επανειλημμένα και συχνά με στόμφο ως «σοβαρή μυθοπλασία» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μα κατηγορία. Θα μπορούσαμε εξίσου άνετα να την αποκαλέσουμε κυριλέ μυθοπλασία. Η συγγραφή για ήρωες της ανώτερης μεσαίας τάξης που ερωτεύονται ή ξε-ερωτεύονται (κατά προτίμηση σε ένα αισθησιακό φόντο όπου παραθερίζουν συχνά οι μεγαλοαστοί, όπως κάποια μέρη του Μεξικού και της Καραϊβικής, η Τοσκάνη, η νότια Γαλλία, η Ελλάδα, κ.λπ.) εξακολουθεί να αποτελεί το τυπικό όχημα προς τη λογοτεχνική βράβευση. Αυτό το μικροαστικό πολιτιστικό αντίστοιχο των φωτογραφιών από διακοπές έχει διευρυνθεί με το συγκαταβατικό, ιμπεριαλιστικό καλωσόρισμα των συγγραφέων από τον «τρίτο κόσμο», οι οποίοι συχνά είναι Μαύροι και Ασιάτες με δυτική μόρφωση, προερχόμενοι από προνομιούχες κοινωνικές τάξεις εντός της χώρας που τους φιλοξενεί, έτσι ώστε να καλλιεργηθεί η ψευδαίσθηση της «πολυπολιτισμικής ενσωμάτωσης», που τόσο αγαπούν οι λευκοί, φιλελεύθεροι δημιουργοί τάσεων.

Τα σύγχρονα μυθιστορήματα αυτού του είδους, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχουν ιδιαίτερα ευρεία θεματολογία, αλλά σερβίρουν απλώς τους ίδιους αρχετυπικούς χαρακτήρες με τους υποχρεωτικούς ευγενείς αγώνες τους. Δύσκολα θα μπορούσε να είναι διαφορετική η κατάσταση, με την πονηρή «επαγγελματοποίηση» των τεχνών. Πλέον, σχεδόν κάθε πανεπιστήμιο απονέμει πτυχία λογοτεχνίας, προσκαλώντας τα παιδιά της μεσοαστικής τάξης να πάρουν τα χρήματα, τις οικονομίες και τα σπίτια των γονιών τους και να τα δώσουν στις τράπεζες. Όπως η υγεία και η στέγαση, έτσι και η εκπαίδευση, με τη σημερινή της μορφή, καμία σχέση δεν έχει πλέον με την εκπαίδευση αυτή καθαυτή, αλλά έχει μεταβληθεί σε μια θρασεία απάτη, η οποία αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη μεταφορά του πλούτου από αυτές τις ομάδες στο 1%.

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, έχουμε αντικαταστήσει τη γνήσια παραβίαση των κανόνων με κίβδηλες κατακραυγές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και με τη φτηνή μαστούρα από την έκλυση ντοπαμίνης που μας προκαλούν οι λογαριασμοί μας σε αυτά, καθώς αραδιάζουμε τις νευρώσεις μας για να γελάει ο κόσμος, να μας αγνοεί ή να ταυτίζεται μαζί μας. Και τι παράγουν όλα αυτά; Κάτι άτομα σαν ρομπότ, σε μια κοινωνία που έχει ξεπεράσει την τέχνη, άτομα που καταφέρονται με παραφορά ενάντια στον θάνατο του φωτός της πραγματικής ανθρώπινης φύσης. Άτομα που παλεύουν να μην γίνουν αυτό που προορίζεται τεχνολογικά να μας αντικαταστήσει, δηλαδή μορφές ζωής από σιλικόνη, που θα διασπείρουν πιο αποτελεσματικά τον ανθρώπινο ιό της κατάκτησης, του ελέγχου και της υποταγής μέχρι το απώτερο διάστημα. Όμως, η πραγματική παραβίαση των κανόνων, το να αισθανθείς ξανά κάτι, να πας στον τοπικό πυγμαχικό σύλλογο, να ρίξεις και να φας μερικές γροθιές, να πονέσεις και να αντέξεις την ομορφιά και την ασχήμια μιας από κοινού βιαιοπραγίας… Υπάρχει καμιά πραγματικά συγκλονιστική εμπειρία που να μην έχει κάτι το ζωώδες; Υπάρχει τίποτα πιο ειλικρινές, πιο ανθρώπινο;

Μετά από αυτόν τον μακροσκελή (αλλά απαραίτητο) πρόλογο, φτάνουμε στο έργο ενός από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της εποχής μας, του Τσακ Πόλανικ. Το γράψιμό του απευθύνεται κυρίως στην πρώτη γενιά (και στις ακόλουθες) των Αμερικανών που είναι πιο φτωχοί από τους γονείς τους. Για κάποιον Δυτικοευρωπαίο της ηλικιακής μου ομάδας είναι δύσκολο να κατανοήσει ότι η κατάληξη του (λευκού) Αμερικανικού Ονείρου είναι η εξής: Γέροι, πλούσιοι, ροδοκόκκινοι άντρες, με ζαρωμένες, τυπικές καλές νοικοκυρές συζύγους και με κάτι ερωμένες σαν πλαστικά ανθρωποειδή που εποφθαλμιούν τα πάντα, ενώ ταυτόχρονα μισούν τους (μελαμψούς, μαύρους, κίτρινους) νεοφερμένους, οι οποίοι υποτίθεται ότι πήγαν σε εκείνη τη χώρα για να απελευθερωθούν. Η γενιά του Fight Club ήταν η πρώτη στρατιά νεαρών Αμερικανών της εργατικής και της μεσαίας τάξης που έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης και ξεπουλήθηκαν από ένα επιχειρηματικό σύστημα που ωφελεί τους υπερβολικά πλουσίους. Το να είσαι Αμερικανός σήμερα σημαίνει ότι θα σου πάρει όλη σου τη ζωή για να ξεπληρώσεις το χρέος σου στις τράπεζες, επειδή σου έδωσαν δάνειο για να αποκτήσεις τα άχρηστα πτυχία που απαιτούνται για να δουλεύεις ως πωλητής με ολοένα και χαμηλότερο μισθό που τείνει να μηδενιστεί, ενώ η φορολογικές εισφορές του 1% επιστρέφουν προς την ίδια κατεύθυνση από την οποία ήρθαν. Η άλλη επιλογή –να μην πας στο πανεπιστήμιο για σπουδές– συνήθως προϋποθέτει πλέον τη συνεχή εμπλοκή σε παρανομίες στο περιθώριο της κοινωνίας και μη εποικοδομητική ανάμειξη σε όλο και λιγότερες μικροαπατεωνιές, ώσπου να εξαντληθούν η κομπορρημοσύνη και η εγκαρδιότητα της νιότης και να ολοκληρωθεί η θλιβερή μεταμόρφωση σε έναν καταρρακωμένο, απελπισμένο άστεγο. Κατά τα άλλα, η μοίρα της νεολαίας είναι η δουλεία: Η αξία σου έγκειται στο ότι είσαι μια συσκευή που θα δημιουργεί ενοχές στους γονείς σου και θα τους κάνει να αποχωριστούν την περιουσία για την οποία εργάστηκαν σκληρά να αποκτήσουν. Και ύστερα θα πρέπει να επιβαρυνθείς με τη φροντίδα ζόμπι που θα ζήσουν για πάντα, χάρη στα προϊόντα των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, αλλά θα περάσουν τα τελευταία πενήντα χρόνια της ζωής τους σαν σακιά με κόκαλα, σε σχεδόν απόλυτη αναισθησία, καταπίνοντας χάπια.

Ο Τάιλερ Ντέρντεν και ο Μπαλτάζαρ εισήλθαν με τη βία σε αυτό τον κόσμο, ως ερασιτέχνες παλαιστές πολεμικών τεχνών που χάνουν δόντια και τελειοποιούν την τεχνική τους στην πορεία. Βρήκαν ευρεία απήχηση σε μια ταραγμένη Αμερική που δεν αισθανόταν και πολύ άνετα με τον εαυτό της, στη συνέχεια έγιναν βάιραλ και τρύπωσαν σε μέρη, όπου η κουλτούρα της βίας ήταν άγνωστη ή τελούσε υπό καταπίεση και καταδικαζόταν από τις ιεραρχίες ή, σε κάποιες περιπτώσεις, σε τοποθεσίες, όπου ήταν ενδημική στον κοινωνικό ιστό. Το Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, είχε τις δικές του λέσχες ξύλου για αρκετές γενιές, με τη μορφή αυτών που αναφέρονται γραφικά ως «χούλιγκαν του ποδοσφαίρου». Αυτές οι λέσχες υπάρχουν ακόμα και σήμερα, αν και σε περιορισμένη και πολύ εξειδικευμένη κλίμακα, παρά τις προσπάθειες των υστερικών πολιτικών και των αστυνομικών αρχών. Στη σημερινή Βρετανία, αν πιαστείς στα χέρια με κάποιον την Παρασκευή το βράδυ, θα δεχτείς μια προειδοποίηση από την αστυνομία. Στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί να καταλήξεις σε κελί για ένα βράδυ, με διάσειση, πόνους και τύψεις να σιγοβράζουν μέσα σου, μέχρι να κοιμηθείς και να σου περάσει το μεθύσι. Αν κάνεις το ίδιο πράγμα το απόγευμα του Σαββάτου κοντά σε ποδοσφαιρικό γήπεδο, το πιθανότερο είναι ότι θα σου ρίξουν πέντε χρόνια φυλακή.

Ωστόσο, η οικονομική, τεχνολογική και κοινωνική κρίση που χαρακτηρίζει τη νεοφιλελεύθερη περίοδο του ύστερου καπιταλισμού έχει αποτυπωθεί στη μυθοπλασία λίγο πολύ με τον γνωστό τρόπο: Ως την τραγωδία ενός λευκού, μεσήλικα, μορφωμένου, ευκατάστατου Αμερικανού άντρα. Θεωρείται δεδομένο ότι τις ανησυχίες του τις ενστερνίζονται οι γυναίκες, οι μαύροι και, σημαντικότερα, τα μέλη της εργατικής τάξης που έχουν λευκή, ευρωπαϊκή καταγωγή.

Ευτυχώς, ο Τσακ Πόλανικ και μερικοί άλλοι συγγραφείς σαν κι αυτόν δεν ανέχονται κάτι τέτοια. Το Fight Club έφερε στο προσκήνιο την ομάδα της πολιτικά δυσαρεστημένης Αμερικανικής νεολαίας που είναι ο είλωτας του χρέους. Ο Πόλανικ δεν απέστρεψε ταπεινά το βλέμμα από το χάλι της κοινωνίας μας, ενώ τα είδωλα των φανταστικών δημιουργημάτων του μας κοιτούσαν κατά πρόσωπο στον καθρέφτη με οργή, απογοήτευση, απόγνωση και τρόμο. Επίσης, όμως, επιδείκνυε άφθονα δείγματα των όπλων της ανθρώπινης αντίστασης, πράγμα που σήμαινε ότι το να εμπλακείς σε όλα αυτά είχε απίστευτη πλάκα: Το μαύρο χιούμορ, η ζωώδης λύσσα, το να μη δίνεις δεκάρα για τίποτα, ο ανεξέλεγκτος εγωισμός, το αποπροσανατολιστικό παιχνίδι των ρόλων, η κακεντρέχεια, πράγματα στα οποία καταφεύγουμε όλοι μας κατά καιρούς. Και κυρίως η υπονόμευση της ματαιοδοξίας και των ιδιοτροπιών των ισχυρών, των υπερφίαλων και των καθωσπρέπει, όπως εμφανίζονται γλαφυρά στους ήρωες του Τσακ. Γι’ αυτό ο Τάιλερ Ντέρντεν, που θυμίζει τον Πάνα, γίνεται ο τυπάς. Ναι, ήταν πράγματι μια λογοτεχνική εξύμνηση, αλλά εξυμνούσε μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που ένιωθαν αποξενωμένοι από τα παραδοσιακά θέματά της.

Η πορεία του Fight Club ήταν ένα πραγματικά underground φαινόμενο, ένα τολμηρό μυθιστόρημα, που είχε την ένθερμη υποστήριξη ενός οραματιστή επιμελητή (Τζέρι Χάουαρντ) ενός ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου της Νέας Υόρκης. Αρχικά, οι μόνιμοι άπιστοι Θωμάδες έμοιαζαν να επιβεβαιώνονται, καθώς το βιβλίο πούλησε μόνο σε ένα μικρό αλλά αφοσιωμένο κύκλο θαυμαστών. Η ταινία είχε την ίδια μοίρα και η Fox, αντιμέτωπη με τις χλιαρές εισπράξεις, κράτησε την κινηματογραφική μεταφορά του Ντέιβιντ Φίντσερ στις αίθουσες για δυο εβδομάδες. Έπειτα, όμως, η ταινία αναστήθηκε με το DVD και εδραιώθηκε μέσα από τις συζητήσεις στα διαδικτυακά chat room, και έτσι γεννήθηκε η «λατρεία» του Fight Club. Στο σημείο αυτό, ο Τσακ έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπε, μια κίνηση που δεν κάνει ο οποιοσδήποτε συγγραφέας που βρίσκεται αντιμέτωπος με τέτοια επιτυχία: Εξακολούθησε να γράφει, διαμορφώνοντας αυτή την κληρονομιά στη δική του εκκλησία και παρήγαγε καταπληκτικά, εμπρηστικά έργα μυθοπλασίας, σχηματίζοντας ένα κίνημα όχι μόνο μέσα από το τεράστιο συγγραφικό του έργο, αλλά και από την εξαιρετικά πρωτότυπη και διεξοδική προώθησή του. Είχα το προνόμιο να συμμετέχω σε εκδηλώσεις μαζί του εδώ και χρόνια στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο και μπορώ να πω ότι δεν ξέρω άλλο συγγραφέα που να εργάζεται τόσο ακατάπαυστα και σκληρά για να έρθει σε επαφή με το κοινό του. Και ξέρω πολλούς συγγραφείς που δουλεύουν σαν σκυλιά.

Το Fight Club 2, με τη μορφή του εικονογραφημένου μυθιστορήματος, αποτελεί ένα χαρακτηριστικά τολμηρό, αλλά απόλυτα ταιριαστό βήμα μπροστά. Διαδραματίζεται δέκα χρόνια μετά το πρώτο και ο αφηγητής του μυθιστορήματος, ένας καμένος μεσήλικας πλέον, παραμένει παντρεμένος με νύχια και με δόντια με μια Μάρλα που εξακολουθεί να πλήττει και να ψάχνεται. Ξεκινώντας από μια τέτοια πεζή, αρχετυπική αφετηρία, η ιστορία αρχίζει να περιπλέκεται με την αναμενόμενη προκλητικότητα και τρέλα που συνοδεύει την επανεμφάνιση του Τάιλερ, σε μια χρονική στιγμή που η τέχνη παλεύει να προφτάσει μια πραγματικότητα, στην οποία αυτοί που κρατούν τα κλειδιά του φρενοκομείου είναι πλέον τόσο ματαιόδοξοι και τόσο ψυχοπαθείς που δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κρύψουν την παράνοιά τους. Στη συνέχεια, το Fight Club 3 εκτοξεύεται προς τη μοναδική κατεύθυνση που μπορεί να φτάσει κανείς από εκείνο το σημείο: Τη συντέλεια με τα όλα της. Ανάλογα με το πού στέκεστε, τα έργα αυτά θα σας φανούν σαν διακηρύξεις του τύπου «τη γαμήσαμε» ή απλώς σαν προειδοποιητικές ιστορίες. Ιδωμένη συνολικά, η τριλογία του Fight Club, σκιαγραφεί μια αλλόκοτη Αμερική που κάποτε ήταν περιθωριακή, αλλά τώρα μοιάζει λίγο πολύ συμβατική.

Όταν μιλάω με ενήλικα μέλη της φυλής του Fight Club, όλοι λένε το ίδιο πράγμα: Αυτό ήταν το βιβλίο που τους εισήγαγε στη λογοτεχνία. Η εμβάπτιση στη μονομανία και τον εθισμό, καθώς και η ανάγκη να ανοίξεις τρύπες με τις γροθιές σου σε έναν όλο και πιο περιοριστικό κόσμο, γεμάτο καθημερινή φρίκη και σύγχυση, είναι τα στοιχεία που τροφοδοτούν τον ενθουσιασμό και το πάθος τους για το έργο του Τσακ. Ναι, έχουν διαβάσει και άλλους συγγραφείς από τότε, και τους άρεσαν κιόλας, και μερικοί από αυτούς καλά κάνουν και επιμένουν να αγαπούν το κουκούλι αυτοπροστασίας του μεσοαστικού μυθιστορήματος, με τις γλυκές, καθησυχαστικές αυταπάτες του. Σίγουρα, αν όλοι έγραφαν σαν τον Τσακ Πόλανικ ή σαν τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, τότε ο κόσμος θα ήταν ένα ακόμα πιο ταραγμένο μέρος απ’ ό,τι είναι σήμερα. Ωστόσο, το σημείο-κλειδί είναι ότι μερικοί έχουν την ανάγκη να γράφουν έτσι και εμείς οφείλουμε να τους ευχαριστήσουμε γι’ αυτό, επειδή η λογοτεχνία και η τέχνη υφίστανται όχι μόνο για να μας ψυχαγωγούν μακαρίως, εξυμνώντας ταυτόχρονα την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά και για να μας προκαλούν και να μας ενεργοποιούν. Αν χάσουμε την έντονη παρόρμηση να εξεγειρόμαστε ενάντια στην εξουσία, τότε αυτή τη στιγμή την έχουμε γαμήσει χειρότερα από ποτέ. Ο καινούριος πρώτος κανόνας του Fight Club είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσουμε για το Fight Club.

Irvine Welsh

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

ISBN

9789604367405

ΗΜ/ΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2021

Αξιολογήσεις

Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.

Δώστε πρώτος μία αξιολόγηση “FIGHT CLUB 3”

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *